Βαρύ λαϊκό-Λέξεις πίσω από το μύθο

Βαρύ λαϊκό

Κάπνισα έναν ουρανό. Κι ο καπνός του αερικό. Ζεστό. Που φορώ κατάσαρκα. Βαρύ λαϊκό, τ’ απόβραδο. Στα ύστερα του νου μου, μια νυσταγμένη εθνική οδός. Κι ο δρόμος ατέλειωτος, όσο προχωρά η νύχτα. Πριν ξεκινήσεις, είναι σα να σταματά ο χρόνος. Για μια στιγμή μόνο. Όσο διαρκεί η επιβίβαση στο άγνωστο. Ύστερα όλα παίρνουν το δρόμο τους. Κι είναι οι καιροί, όλα τα χαμόγελα που έδωσες και πήρες. Όλο το δάκρυ που δε μοιράστηκες. Όλες οι ανάσες που αντάλλαξες. Κι έμεινες, τελευταίο σχισμένο τσιγαρόχαρτο. Που προσπαθείς να το συναρμολογήσεις στη ρουφηξιά της σιωπής. Κοντεύουν έξι χιλιάδες φεγγάρια κοντά σου. Κι ήταν σα και χτες, που έγειρες στον ώμο μου. Στο ταξίδι της θύελλας. Μα, ήταν πάντα Άνοιξη από τότε. Ακόμα κι αν ήταν χειμώνας. Γιατί είσαι χελιδόνι που δεν έφυγε. Καθώς οι λέξεις τελειώνουν στην άκρη της ματιάς της νύχτας. Βαρύ λαϊκό, τ’ απόβραδο. Που το χορεύουν όλοι οι δαίμονές μου. Που το χορεύουν όλοι οι άγγελοί μου. Μόνο εγώ δε το χορεύω. Μα τ’ ακούω προσεχτικά. Με μισόκλειστα βλέφαρα. Με τη τελευταία ρουφηξιά του άγνωστου. Στο πιο γαληνεμένο ταξίδι. Βαρύ λαϊκό τ’ απόβραδο. Μα ‘γω δε το χορεύω.

ΟΡΣΑ ΔΡΕΤΑΚΗ

Πηγή: Χανιώτικα νέα

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close