Γιάννης Ρίτσος-Επιτάφιος-Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1979

«Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,

πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω

καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;»

«Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ;»

«Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα […] Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο […] Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη» 

«Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψειτέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;»

«Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα, καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα

«Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα, θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.»
«Μέρα Μαγιοῦ μοῦ μίσεψες, μέρα Μαγιοῦ σὲ χάνω, ἄνοιξη, γιέ, ποὺ ἀγάπαγες κι ἀνέβαινες ἀπάνω»

«Πῶς θὰ γυρίσω μοναχή στὸ ἐμραδιακό καλύβι; Ἔπεσε ἡ νύχτα στὴν αὐγή καὶ τὸ στρατί μοῦ κρύβει»

[…]

«Κανείς μὴ γγίξει ἀπάνω του, παιδί μου εἶναι δικό μου. Σιωπή∙ σιωπή∙ κουράστηκε, κοιμᾶται τὸ μωρό μου.»

[…]

«Ποιός μοῦ τὸ πῆρε; Ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ πάρει ἐμένα; Ἄσπρισαν τὰ χειλάκια του, τὰ μάτια του κλεισμένα.»

[…]

«Ποῦ πέταξε τ’ ἀγόρι μου; ποῦ πῆγε; ποῦ μ’ ἀφήνει; Χωρίς πουλάκι τὸ κλουβί, χωρίς νεράκι ἡ κρήνη

[…]

«Δέν ἔμενες, καρδοῦλα μου, στ’ ἄσπρο μικρούλι σπίτι, νὰ σ’ ἔχω σάν ἀφέντη μου, νὰ σ’ ἔχω σάν σπουργίτι.»

«Κι, ἄχ, Θέ’ μου, Θέ’ μου, ἄν εἰσουν Θεός κι ἄν εἴμασταν παιδιά σουθὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου

«Καὶ κεῖ ποὺ σὲ καμάρωνα, πλατάνι, παλληκάρι, ἔτρεμα μή πνοή ἀγεριοῦ στὸν οὐρανό σὲ πάρει.»

[…]

«Ἔτσι ἄχαρη με ὠμόρφαινες κ’ ἔτσι ἄμαθη – γιά κοίτα – μές στὴ ματιά σου διάβαζα τῆς ζωῆς τὴν ἀλφαβῆτα

[…]

«Καὶ πάλι ἡ ἔρμη ντρέπουμαι, γιόκα μου, ἐσύ νὰ λείπεις κι ἀκόμα ἐγώ νἀχω φωνή – ξόμπλι φτηνό της λύπης

«Καὶ σύναζα ὅλα σου βουβά, σάν τὰ πουλιὰ μιά κλώσσα – καὶ τώρα πού μοῦ μίσεψές μοῦ λύθηκεν ἡ γλῶσσα»

[…]

«…Καὶ τὸ καράβι βούλιαξε κι ἔσπασε τὸ τιμόνι καὶ στοῦ πελάγου τὸ βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη

[…]

«Κι ἀκόμα μήτε νὰ πνιγῶ, μήτε ν’ ἀνέβω πάνω – κάνω ἀπὸ κάπου νὰ πιαστῶ καὶ φύκι μόνο πιάνω»

[…]

«Λίγο ψωμάκι ζήτησες καὶ σοὔδωκαν μαχαίριτὸν ἵδρωτά σου ζήτησες καὶ σοὔκοψαν τὸ χέρι.»

[…]

«Καὶ στὸ αἷμα τους τὴ φοῦστα μου κόκκινη νὰν τὴ βάψωκαὶ νὰ χορέψω… Ἄχ, γιόκα μου, δέν πάει μου νὰ σὲ κλάψω.»

[…]

«Κόσμος περνᾶ καὶ μὲ σκουντᾶ, στρατός καὶ μὲ πατάει κ’ ἐμέ τὸ μάτι οὐδέ γυρνᾶ κι οὐδέ σὲ παρατάει

[…]

«Καὶ δές, μ’ ἀνασηκώνουνε… χιλιάδες γιούς ξανοίγωμά, γιόκα μου, ἀπ’ τὸ πλάγι σου δέ δύνουμαι νὰ φύγω

«Κι ἂν δέ λυγάω σὲ προσευχή, τὰ χέρια κι ἄν δέν πλέκω, γιέ μου, τὸ ξέρεις, πιο ἀπὸ πρίν τώρα κοντά σου στέκω.»

[…]

«Νἆχα τ’ἀθάνατο νερό, ψυχή καινούρια νἆχα νὰ σοὔδινα, νὰ ξύπναγες γιὰ μιά στιγμή μονάχα»

«Νὰ δεῖς, νὰ πεῖς, νὰ τὸ χαρεῖς ἀκέριο τ’ὄνειρό σου νὰ στέκεται ὁλοζώντανο κοντά σου, στὸ πλευρό σου

[…]

«Κ’ οἱ λύκοι ἀποτραβήχτηκαν καὶ κρύφθηκαν στὴν τρούπα – μαμούνια ποὺ τὰ σάρωσε βαρειά τοῦ ἐργάτη ἡ σκοῦπα –»

[…]

«Γιέ μου, στ’ ἀδέλφια σου τραβῶ καὶ σμίγω τὴν ὀργή μουσοὺ πῆρα τὸ ντουφέκι σου – κοιμήσου, ἐσύ, πουλί μου.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close