Το βρεγμένο τραγούδι

Μα, πως να συνηθίσω τις συνήθεις θύελλες; Κι είναι η αυγή ξένο χώμα. Και ‘γω πρόσφυγας στο πρώτο φως. Και λαθρεπιβάτης του ονείρου. Όλα μου τα υπάρχοντα, το δισάκι της βροχής.

Ένα βρεγμένο πανωφόρι η πεθυμιά. Κι η θύμηση, πολύχρωμη βούργια. Αφημένη σε σταθμούς χαμένους στην ομίχλη.

Περίεργα ήσυχος είναι ο άνεμος απόψε. Σταμάτησε να σφυρίζει μέσα απ’ τις σχισμάδες του νου. Και των ονείρων.

Έστριψα ένα τσιγάρο σέρτικο, με τη χάρτα της ζήσης μου. Και η μυρωμένη του ανάσα, έκαψε το χθες. Κι είναι τώρα αυγή που ξέμεινε από καφέ. Και γι’ αυτό, μεθά με τη σιωπή. Κι είναι η σιωπή, παλιά ρεμπέτισσα. Σε ασπρόμαυρα καπηλειά. Ντροπαλή αυγή. Σα κάφτρα μισοσβησμένη. Σε νυσταγμένα κάστρα. Με άγρυπνους χαϊνηδες. Και αγουροξυπνημένους πόθους. Μελάνι που τελειώνει, η σκέψη. Και μένουν όλα άγραφα. Σα μισοτελειωμένος αμανές. Που χάθηκε σε παλιό γραμμόφωνο. Που τρίζει η βελόνα του. Σα ξύλινο δοκάρι, με κρεμασμένο το πανωφόρι της απουσίας. Κι ύστερα ρωτάς τους ανέμους. Για τις συνήθεις θύελλες που ποτέ δε συνήθισες. Σα σχολιαρόπαιδο που νιώθει έναν κόμπο στο στομάχι, κάθε που ξημερώνει Δευτέρα. Αγριοπούλι με μισοσπασμένο το ένα φτερό, το πρώτο φως. Κι είναι το κουτσό του πέταγμα, ένα βρεγμένο τραγούδι. Για το ακατέργαστο χαμόγελο, μιας σβησμένης απουσίας.

ΟΡΣΑ ΔΡΕΤΑΚΗ
Πηγή: Χανιώτικα νέα.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close