Το μεθυσμένο βήμα του Λυκόφωτος

Τα μικρά και τα απλά.

Τα φτωχά.

Είναι τα πιο ακριβά.

Τα πιο σπάνια.

Τα πιο μεγάλα.

Και ‘συ, το δάκρυ του νέφελου.
Και ‘γω, βρεγμένο καλντερίμι, από τον λυγμό σου.

Και το δικό μου δάκρυ, κατατρεγμένος μετανάστης.

Που θα ζητά πάντα τη χαμένη πατρίδα.

Το χάδι σου. Κι όλο λέω πως τέλειωσε πια. Κι άλλο πια δεν έχει.

Κι όλο ξημερώνει το πρώτο φως στον οντά μου.

Ανελλιπώς.

Και ανερυθριάστως.

Κι όλο λέω πως πέθανε ο Έρωντας.

Μα αυτός γυρίζει πάντα από τις σκιές μου.

Κι από το μεθυσμένο βήμα του λυκόφωτός μου.

Που, θαρρείς, δεν ξέρει που να πατήσει.
Τι να ξεχάσει. Και τι να θυμηθεί.

Είπα θα πάω αλλού.

Μα το αλλού είναι παντού το ίδιο.

Χωρίς τον ήχο του ερχομού σου.

Σα θρόισμα κουρτίνας.

Με τη δαντελένια πεθυμιά και το τρυφερό βλέμμα του φθινοπώρου.

Κάτι βροχερά κυριακάτικα απογεύματα.

Με την αγκαλιά της σιωπής να μου χαϊδεύει το νου.

Κι είσαι το γράμμα που δεν περίμενα να λάβω.

Σταλμένο από τις μακρινές θύμησες του Νότου.

Δε μάζεψα τη σιωπή που είχα απλωμένη.

Την άφησα να βραχεί. Απ’ την αλμύρα μου.

Χαμένη μέσα στο καπνό του τώρα.

Τη πάχνη του χτες.

Και στην αμφιβολία του αύριο.
Το πρώτο φως ενηλικιώνεται γρήγορα, τώρα που φθινοπώριασε.

Δε προλαβαίνω να το κανακέψω.

Και σβήνει ακόμα πιο γρήγορα, τώρα που σιγά αλλά σταθερά χειμωνιάζει.

Κι όλο είναι το μεθυσμένο βήμα του λυκόφωτος, που μου θυμίζει την αγρύπνια των ερήμων.

Πέρα από τους καιρούς και τον λυγμό τους.

ΟΡΣΑ ΔΡΕΤΑΚΗ

Πηγή: Χανιώτικα νέα

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close